Βαρύτερη η δεύτερη συμφωνία – Καθημερινή της Κυριακής Κύπρου 31/3/2013

Του Αντώνη Πολυδώρου
Η εβδομάδα που μεσολάβησε είχε μοιραία αποτελέσματα για την οικονομία.
Η Κύπρος έφτασε πάρα πολύ κοντά στην έξοδο από το ευρώ – Καταστροφική για την αξιοπιστία της χώρας η προηγούμενη διακυβέρνηση.

«Το «όχι» της κυπριακής Βουλής εισπράχθηκε από ένα ευρύτατο σύνολο χωρών ως εκβιασμός της Κύπρου προς την ευρωζώνη. Και επομένως ήγειρε ένα τεράστιο ζήτημα αξιοπιστίας για την άλλη πλευρά, για τους θεσμούς, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσαν να αφεθούν να φανεί ότι υποκύπτουν σ’ ένα τέτοιο εκβιασμό. Αυτό σήμαινε ότι ωθούνταν σε μια πρόταση η οποία θα ήταν σκληρότερη από την προηγούμενη»

«Από το ευρώ δεν υπάρχει τρόπος αποπομπής αλλά η διαδικασία είναι πάρα πολύ απλή και πολύ σαφής. Και δυστυχώς η Κύπρος έφτασε πάρα πολύ κοντά σ’ αυτήν»

«Η τελική συμφωνία έχει καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στο χρηματοοικονομικό μοντέλο, αλλά φοβάμαι και στην ίδια την οικονομία της Κύπρου»

Την άποψη ότι η Κύπρος έφτασε την προηγούμενη βδομάδα πολύ κοντά στην έξοδο από το ευρώ εκφράζει ο καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γιώργος Παγουλάτος, ο οποίος χαρακτηρίζει την τελική συμφωνία ως βαρύτερη από την πρώτη. Αν και σημειώνει ότι το άμεσο μέλλον θα είναι πάρα πολύ δύσκολο για την κυπριακή οικονομία, εκτιμά ότι μεσομακροπρόθεσμα η Κύπρος, αξιοποιώντας το ανθρώπινο κεφάλαιό της, την ευέλικτη και διεθνοποιημένη οικονομία της και το φυσικό αέριο, μπορεί να ανακάμψει.

– Δικαιολόγησε, θεωρείτε, την καταψήφιση από τη Βουλή του πρώτου σχεδίου διάσωσης, η τελική κατάληξη με την Τρόικα τέσσερεις μέρες αργότερα;
– Κοιτάξτε, η πρώτη πρόταση είχε τη ρήτρα, που ήταν εξαιρετικά ατυχής, της επιβολής ενός τέλους στους καταθέτες κάτω από 100 χιλ., η οποία δεν υπάρχει στη δεύτερη. Με αυτή την έννοια υπάρχει βελτίωση…

– Ως προς τις προοπτικές της οικονομίας, όμως, συγκρίνοντάς την με την πρώτη, θεωρείτε ότι η τελική συμφωνία (με δεδομένο το κλείσιμο της Λαϊκής και το κούρεμα κοντά στο 40% στην Τράπεζα Κύπρου) θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως βαρύτερη;
– Ναι, η αίσθησή μου είναι ότι η δεύτερη πρόταση είναι βαρύτερη από την πρώτη ως προς τις προβλέψεις της, την έκταση του κουρέματος για τη Λαϊκή και για την Κύπρου. Νομίζω ότι η πρώτη συμφωνία αποτύπωνε μια ανησυχία να μη χαθούν οι σημαντικές καταθέσεις και το επιχειρηματικό μοντέλο της Κύπρου που στηριζόταν σ’ έναν χρηματοπιστωτικό τομέα διεθνοποιημένο, offshore κτλ.

– Η οποία πόσο λογική ήταν, υπό την έννοια ότι, από τη στιγμή που θα άγγιζες τις καταθέσεις, εκ των πραγμάτων άγγιζες και την αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος;
– Πιθανόν να εκτιμήθηκε –και δεν ήταν εντελώς αβάσιμο αυτό– ότι εάν μειωνόταν το βάρος για τις μεγάλες καταθέσεις, θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει ότι σ’ ένα τραπεζικό σύστημα που έδινε ετήσιες αποδόσεις περίπου 5%, μια τέτοια απώλεια δεν συνιστούσε ανεπανόρθωτη ζημιά. Στη δεύτερη πρόταση, πλέον, φάνηκε ότι αυτό το μοντέλο δεν μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει. Υπό αυτή την έννοια, η δεύτερη πρόταση είναι σαφώς βαρύτερη από την πρώτη στο ότι έχει καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στο χρηματοοικονομικό μοντέλο, αλλά –φοβάμαι– και στην ίδια την οικονομία της Κύπρου.

– Τους όλους χειρισμούς κυβέρνησης και Βουλής πώς τους κρίνετε; Δηλαδή η καταψήφιση μιας συμφωνίας που υπέγραψε η κυβέρνηση ακόμα και από το κυβερνών κόμμα ή εκείνη η στροφή, αμέσως μετά, προς τη Ρωσία πόσο βοήθησε την αξιοπιστία της χώρας; Και πόσο πιο δύσκολη κατάστησε την κατάληξη σ’ ένα ευνοϊκότερο πακέτο, με δεδομένο ότι ενδεχόμενη αναδίπλωση της Τρόικας δυνατόν να δημιουργούσε και προηγούμενο;
– Αυτή η διαδικασία εισπράχθηκε στην Κύπρο και σε μέρος του ελληνικού πολιτικού συστήματος ως ένας εκβιασμός από την πλευρά της Ευρωζώνης προς την Κύπρο του τύπου «παίρνεις ό,τι σου προτείνουμε ή καταρρέεις». Από την άλλη πλευρά, το «όχι» της κυπριακής Βουλής εισπράχθηκε –δυστυχώς όχι μόνο από τη Γερμανία αλλά και από ένα ευρύτατο νομίζω σύνολο χωρών και διεθνών οργανισμών– ως εκβιασμός της Κύπρου προς την Ευρωζώνη. Σωστά ή λανθασμένα, δεν έχει σημασία, διότι για το προκείμενο σημασία έχει το πώς η άλλη πλευρά το προσλαμβάνει. Ότι δηλαδή «εγώ σε υποχρεώνω να αποσύρεις την πρόταση μ’ ένα “όχι” το οποίο όχι μόνο δεν συνοδεύω καν με μια βελτιωτική πρόταση στη βάση της αρχικής, αλλά αναζητώ ακόμα και λύσεις εκτός του ευρωπαϊκού πλαισίου». Και επομένως ήγειρε ένα τεράστιο ζήτημα αξιοπιστίας για την άλλη πλευρά –τη Γερμανία αν θέλετε– για τους θεσμούς, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσαν να αφεθούν να φανεί ότι υποκύπτουν σ’ ένα τέτοιο εκβιασμό. Αυτό σήμαινε ότι ωθούνταν σε μια πρόταση η οποία, και εξ αυτού του λόγου και μόνο, θα ήτανε σκληρότερη από την προηγούμενη.

– Αυτή η στροφή προς εξωκοινοτικές λύσεις ήταν κάτι που ενόχλησε και αυτό φάνηκε και μέσα από δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, ότι η Κύπρος προτίμησε πριν από δύο χρόνια το ρωσικό δάνειο, αρνούμενη τη βοήθεια που πρότεινε η Κομισιόν. Αυτό πόσο συνέβαλε στο να βρεθεί η Κύπρος στο Eurogroup εντελώς απομονωμένη, ακόμα και από χώρες με παρόμοιο οικονομικό μοντέλο ή σε παρόμοια οικονομική κατάσταση και άρα με παρόμοιες ανησυχίες;
– Σίγουρα ήτανε ένας καθοριστικός παράγοντας, διότι για μια σειρά ημερών η Κύπρος εξέπεμπε προς την Ευρώπη και τη διεθνή κοινότητα το μήνυμα ότι «εγώ δεν χρειάζομαι το ευρωπαϊκό πλαίσιο, θα πάω στη Ρωσία και δεν σας έχω ανάγκη, διότι έχω φυσικό αέριο και μπορώ να διαπραγματευτώ στη βάση αυτή». Αυτό οι Ευρωπαίοι εταίροι το εισέπραξαν ως μια έλλειψη ευρωπαϊκών προσανατολισμών και αντανακλαστικών. Ως μια διάθεση, σε αντίθεση με άλλες χώρες που βρέθηκαν στην ίδια κατάσταση, της Κύπρου να λειτουργήσει εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου. Και η απάντηση σ’ αυτή την εκδήλωση ήταν περίπου ότι «εφόσον εσύ είσαι διατεθειμένος να λειτουργείς εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου, δεν σου αρμόζει η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη». Δεν λέω ότι αυτό ήταν ο μόνος λόγος, έδωσε όμως σε ορισμένους εταίρους μια δικαιολογητική βάση όχι μόνο για να βγουν και να στηρίξουν τη σκληρότερη συμφωνία, αλλά και ώστε να υιοθετήσουν και σκληρή, έναντι της Κύπρου, ρητορική. Αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει θα ήταν η Ρωσία να μπει στην Λαϊκή Τράπεζα. Αυτό όμως το είχε ζητήσει, εξ’ όσων γνωρίζω, η ίδια η κ. Λαγκάρντ από τη Ρωσία και δεν υπήρξε ανταπόκριση. Επομένως, εφόσον απορρίφθηκε όταν η πρόταση ήρθε από το ΔΝΤ, πολύ πιο δύσκολα θα γινόταν δεκτή ερχόμενη απλώς από την Κύπρο και μάλιστα υπό αυτές τις συνθήκες.

– Πέραν εκείνης της συμφωνίας για το ρωσικό δάνειο, το γεγονός ότι η προηγούμενη κυβέρνηση αγνόησε κατ’ επανάληψη τις συστάσεις της Κομισιόν, ενώ συμφώνησε σ’ ένα μνημόνιο, έδειξε να προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, ακόμα και η ρητορική που επέλεξε, μπορούμε να πούμε ότι διαμόρφωσε ένα κλίμα αρνητικό, το οποίο, σε συνδυασμό με τις τελευταίες κινήσεις, η Κύπρος τελικώς πλήρωσε;
– Ναι. Η αίσθησή μου είναι ότι η στάση της προηγούμενης κυβέρνησης ήταν καταστροφική ως προς την αξιοπιστία της κυπριακής πλευράς. Η πραγματικότητα είναι ότι ο κ. Αναστασιάδης βρέθηκε με μια εθνική αξιοπιστία η οποία ήδη βρισκόταν σε πάρα πολύ χαμηλά επίπεδα. Μια σειρά μηνυμάτων που είχε περάσει η προηγούμενη κυβέρνηση έδειχναν ότι δεν είχε πραγματική συναίσθηση του προβλήματος, ούτε ήταν διατεθειμένη να κάνει τις αναγκαίες κινήσεις, παρά τη συμφωνία σε κάποια αναγκαία μέτρα του μνημονίου. Αντίθετα, έδειξε τη διάθεση να αναβάλει τα κρίσιμα μέτρα, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος και να δημιουργηθεί ένα ρήγμα στις σχέσεις με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, το οποίο ήταν αποτέλεσμα και κάποιων δηλώσεων, όπως είπατε, που ήταν εξαιρετικά επιθετικές. Πέραν του ότι μεγάλωσε θεαματικά και το κόστος διάσωσης. Την ίδια στιγμή, πρέπει να πω ότι και η βδομάδα που μεσολάβησε μεταξύ πρώτου και δεύτερου Eurogroup είχε μοιραία αποτελέσματα για την οικονομία της Κύπρου, καθώς πάγωσε κάθε οικονομική δραστηριότητα, κάτι που με τη σειρά του επέφερε μεγάλη αγωνία και πανικό στην αγορά με αποτέλεσμα να χαθεί ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της και το κόστος διάσωσης να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο.

Σε θέση αδυναμίας η Κύπρου

«Φαίνεται ότι οι δημόσιες  αρχές δεν ασκήσανε το έργο τους με την αυστηρότητα που θα έπρεπε»

-Πολλά έχουν λεχθεί για τις ευθύνες για το γεγονός αφέθηκε η παροχή βοήθειας προς τη Λαϊκή από το ELA να φτάσει τα 10δις σχεδόν. Η προηγούμενη κυβέρνηση ανέλαβε τη διαχείριση της Λαϊκής εδώ και εφτά μήνες. Γνώριζε το ποσό που είχε ήδη εισρεύσει από το ELA, ενώ ένα επιπλέον ποσό 1.8δις προστέθηκε έκτοτε. Θα έπρεπε να παίρνονταν άλλα μέτρα, να αφήνετο ίσως η τράπεζα να κλείσει; Διότι μιλάμε για ένα ποσό πέραν του 60% του ΑΕΠ της χώρας.

Πρόκειται όντως για ένα πολύ μεγάλο μέγεθος. Έχω την αίσθηση ότι εδώ υπάρχει σοβαρό θέμα τραπεζικής διοίκησης και εποπτείας. Αυτή είναι μια τεράστια ροή ρευστότητας για τα μεγέθη της κυπριακής οικονομίας που συνεπάγεται μεγάλη ανάληψη κινδύνου. Βεβαίως η δουλειά του ELA είναι να παρέχει αυτή τη ρευστότητα για να μην υπάρχει οποιαδήποτε αποσταθερωποίηση ή κατάρρευση εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα. Αλλά φαίνεται ότι οι δημόσιες  αρχές δεν ασκήσανε το έργο τους με την αυστηρότητα που θα έπρεπε.

-Το γεγονός ότι η Τράπεζα Κύπρου, μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας και έλλειψης εμπιστοσύνης που δημιουργεί πέραν των άλλων και το κούρεμα καταθέσεων, θα φορτωθεί, σύμφωνα με την απόφαση, και τα 9.5δις της βοήθειας προς τη Λαϊκή, αφήνει οποιεσδήποτε πιθανότητες ανάκαμψης για τράπεζα;    

Ασφαλώς το ελπίζω, θα είναι δύσκολο. Η Τράπεζα Κύπρου βρίσκεται πλέον σε μια θέση σημαντικής αδυναμίας.  Και αυτό είναι ένα ακόμα από τα αρνητικά επακόλουθα της τελικής συμφωνίας.

-Aρχή του τέλους για την Λαϊκή, πέραν βεβαίως των ακροτήτων και της τυχοδιωκτικής συμπεριφοράς παραγόντων του τραπεζικού συστήματος, αποτέλεσε εκείνο το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων που επέφερε ζημιές στις τράπεζες 4.5δις. Επειδή στην προηγούμενη κυβέρνηση προσάπτεται ότι δεν ζήτησε κάλυψη για τις απώλειες που είχαν οι τράπεζες, θεωρείτε ότι υπό τις συνθήκες στις οποίες διεξήχθη το Eurogroup, κάτι τέτοιο ήταν εφικτό;

Νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο. Το κλίμα, όπως μπορώ να ανατρέξω σ’ αυτό, ήταν πάρα πολύ δυσμενές. Οποιαδήποτε προσθήκη κόστους θα αντιμετωπιζόταν πάρα πολύ αρνητικά, διότι ο λογαριασμός για την δημοσιονομική διάσωση και για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ήταν ήδη μεγάλος. Δυστυχώς συμπαρασύρθηκε και η Κύπρος σ’ αυτή την ιστορία, οι τράπεζες της οποίας όμως απέκτησαν ένα πολύ μεγάλο μέρος των ομολόγων απ’ ότι αντιλαμβάνομαι την περίοδο κατά την οποία οι τιμές τους είχανε πέσει και τα yields είχανε αυξηθεί σημαντικά. Ήταν επομένως μια ιδιωτική επενδυτική επιλογή που έγινε για μεγαλύτερες αποδόσεις ισοδυναμούσε επομένως με ανάληψη κινδύνου, αντίθετα από την επιλογή που είχε γίνει σε προγενέστερη περίοδο και αφορούσε σ’ ένα safe asset class.

-Η Κύπρος χάνει σημαντικό μέρος του ΑΕΠ της, οι οίκοι αξιολόγησης εκτιμούν ότι η ύφεση τα επόμενα δύο χρόνια θα φτάσει το 20%, και φορτώνεται ένα μεγάλο δάνειο που πιθανόν να αυξήσει σε μη βιώσιμα επίπεδα το χρέος της (κοντά στο 140%). Επιτρέπουν τα δεδομένα αυτά αισιοδοξία για ανάκαμψη;

Νομίζω ότι το άμεσο μέλλον θα είναι πάρα πολύ δύσκολο για την κυπριακή οικονομία ακριβώς γιατί η εξάρτηση από το χρηματοπιστωτικό τομέα είναι πολύ μεγάλη. Όμως θα πρέπει κανείς να εστιάσει σε μια προοπτική μεσομακροπρόθεσμη. Η Κύπρος έχει ένα ανθρώπινο κεφάλαιο εξαιρετικής ποιότητας, έχει ένα κράτος καλύτερο απ’ το ελληνικό και μια οικονομία που είναι πιο ευέλικτη, διεθνοποιημένη, επινοητική και καινοτόμος. Έχει επίσης το φυσικό αέριο το οποίο είναι μια ωφέλεια που θα εισπραχθεί στο μεσοπρόθεσμο διάστημα και νομίζω μπορεί να διδαχθεί από εμπειρίες άλλων χωρών όπως η Φιλανδία και η Σουηδία, η Ιρλανδία, που πέρασαν από αντίστοιχες κρίσεις και ανέκαμψαν. Η αλήθεια είναι ότι τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα είχαν ένα μοντέλο οικονομικό που δεν ήταν διατηρήσιμο. Στηριζόταν σε μια φούσκα δανεισμού, χρηματοπιστωτικού τομέα και ιδιωτικού δανεισμού για την Κύπρο και δημόσιου τομέα και δημόσιου χρέους για την Ελλάδα. Και οι δύο χώρες όμως κατά την προηγούμενη περίοδο είχαν ένα πολύ ψηλό επίπεδο οικονομικής μεγέθυνσης. Η Κύπρος είχε 3.5% μέση ετήσια μεγέθυνση την τελευταία 10ετία. Αυτό σημαίνει ότι η απώλεια εισοδήματος δεν θα τις γυρίσει στα επίπεδα παλαιότερων δεκαετιών. Θα είναι σαν να έχουν χαθεί μερικά χρόνια οικονομικής μεγέθυνσης. Επομένως υπάρχουν περιθώρια ανάκαμψης και επιστροφής, αλλά θα χρειαστεί κουράγιο, οργάνωση και υπομονή, κάτι που οι Κύπριοι έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν.

Η έξοδος από το ευρώ θα έχει σαρωτικές συνέπειες

«Σε ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ, η απώλεια των καταθέσεων δεν θα αφορούσε μόνο στους μη ασφαλισμένους μεγαλοκαταθέτες, αλλά στο σύνολο των καταθετών διότι οι καταθέσεις θα μετατρεπόταν από ευρώ σ’ ένα πολύ ασθενέστερο νόμισμα, τα εισοδήματα επίσης και η αγοραστική δύναμη θα κατέρρεε»

– Στην Κύπρο δημιουργείται πλέον μια τάση που προκρίνει έξοδο από την Ευρωζώνη, ενώ από ομάδα πολιτικών καλλιεργείται η άποψη ότι είναι δυνατή η απόρριψη της συμφωνίας με την Τρόικα χωρίς έξοδο από την Ευρωζώνη κι αυτό καθώς δεν υπάρχει τρόπος αποπομπής μας από το σύστημα…
– Από το ευρώ πράγματι δεν υπάρχει τρόπος αποπομπής, αλλά η διαδικασία είναι πάρα πολύ απλή και πολύ σαφής. Και δυστυχώς η Κύπρος, όπως και η Ελλάδα στο παρελθόν, έφτασε πάρα πολύ κοντά σ’ αυτήν. Από τη στιγμή που θα έκλεινε η στρόφιγγα της χρηματοδότησης των τραπεζών από το ευρωσύστημα, η χώρα θα στέγνωνε από ρευστό και θα αναγκαζόταν, αργά ή γρήγορα, να τυπώσει νόμισμα για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες ρευστότητας. Άρα θα έβγαινε από το ευρώ, θα επέστρεφε στη λίρα, μετά από μια υποτίμηση της τάξεως του 40 ή 50%. Σε μια τέτοια περίπτωση, η απώλεια των καταθέσεων δεν θα αφορούσε μόνο στους μη ασφαλισμένους μεγαλοκαταθέτες, αλλά στο σύνολο των καταθετών, διότι οι καταθέσεις θα μετατρέπονταν από ευρώ σ’ ένα πολύ ασθενέστερο νόμισμα, τα εισοδήματα επίσης, η αγοραστική δύναμη θα κατέρρεε και επομένως οι συνέπειες θα ήταν σαρωτικές για την πλειονότητα των Κυπρίων. Πέραν του ότι η Κύπρος θα έχανε, ούτως ή άλλως, εξ αυτού το τραπεζικό της σύστημα, διότι ο λόγος για τον οποίο λειτούργησε ως περίπου ένα offshore κέντρο ήταν κυρίως η συμμετοχή της στο ευρώ. Και θα έχανε και τα τεράστια γεωπολιτικά πλεονεκτήματα (όσο κι αν αυτά δεν γίνονται αισθητά υπό τις παρούσες δύσκολες συνθήκες) μιας μικρής χώρας που πρέπει να ανήκει σ’ ένα ισχυρό κλαμπ. Αυτός ήτανε ο λόγος εισδοχής της Κύπρου, όπως και της Ελλάδας, στην Ε.Ε. και στο ευρώ: η ανάγκη για ασφάλεια, ανάγκη που συνεχίζει να είναι έντονη, ίσως ακόμα περισσότερο σήμερα που το γεωπολιτικό περιβάλλον γύρω απ’ την Κύπρο μεταβάλλεται ραγδαία μ’ έναν τρόπο δυσμενή, όπως είδαμε τις τελευταίες δύο εβδομάδες.
Μη βιώσιμμη η ευρωζώνη μέχρι το 2020 

«Βλέπει κανένας μια έξαρση του αντιευρωπαϊσμού και της γερμανοφοβίας σε χώρες που ήταν προπύργια φιλοευρωπαϊσμού και ανησυχητικότερο όλων μια κοινωνικοπολιτική όξυνση των εντάσεων και άνοδο των αντισυστημικών δυνάμεων ή ευθέως αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Είναι επείγον η Ευρώπη να περάσει σε μια συμμετρικότερη αντιμετώπιση της κρίσης με μια συμμετρικότερη κατανομή του κόστους μεταξύ Βορρά-Νότου».

-Βλέπουμε μια τεράστια ανισότητα στην ευρωζώνη, παράλληλα με μια σκλήρυνση της στάσης των πλεονασματικών χωρών που οδηγεί σε ασφυξία τις κοινωνίες των χωρών του Νότου. Θεωρείτε ότι με τα δεδομένα αυτά μπορεί η ευρωζώνη, και κατ’ επέκταση η Ευρώπη, να συνεχίσει να υφίσταται υπό τη σημερινή της μορφή ή θα οδηγηθούμε σε μερική αποσύνθεση με χώρες να μένουν εκτός, είτε επειδή θα το κρίνουν πιο συμφέρον, είτε επειδή δεν θα μπορούν να ακολουθήσουν;

Κοιτάξτε, η ευρωζώνη υπό την καθοριστική επιρροή της Γερμανίας έχει ακολουθήσει τα τελευταία 2-3 χρόνια ένα μοντέλο αντιμετώπισης της κρίσης μέσω «ανταγωνιστικής λιτότητας» που ρίχνει σχεδόν όλο το βάρος προσαρμογής στις χώρες που υφίστανται την κρίση. Επομένως, το μεγάλο ζήτημα είναι η κατανομή του κόστους προσαρμογής. Αυτή η κρίση προήλθε βεβαίως από λάθη, παραλείψεις, αδυναμίες, αποτυχίες των κυβερνήσεων των χωρών που βρίσκονται σε κρίση, αλλά επήλθε και ως αποτέλεσμα συστημικών, δομικών αδυναμιών της ευρωζώνης. Είναι σαφές ότι αυτό το μοντέλο αντιμετώπισης δεν είναι οικονομικά διατηρήσιμο, διότι η ύφεση οδηγεί τις οικονομίες σ’ ένα φαύλο κύκλο λιτότητας, χρέους, χειρότερης λιτότητας, επιδείνωσης του χρέους, ενώ δεν είναι ούτε κοινωνικοπολιτικά διατηρήσιμο. Βλέπει κανένας μια έξαρση του αντιευρωπαϊσμού και της γερμανοφοβίας σε χώρες που ήταν προπύργια φιλοευρωπαϊσμού και ανησυχητικότερο όλων μια κοινωνικοπολιτική όξυνση των εντάσεων και άνοδο των αντισυστημικών δυνάμεων ή ευθέως αντιδημοκρατικών δυνάμεων. Επομένως είναι επείγον η Ευρώπη να περάσει σε μια συμμετρικότερη αντιμετώπιση της κρίσης με μια συμμετρικότερη κατανομή του κόστους μεταξύ Βορρά-Νότου. Νομίζω ότι σημείο καμπής θα είναι οι γερμανικές εκλογές, μετά τις οποίες θέλω να ελπίζω ότι η Γερμανία, έχοντας λάβει πια τα μηνύματα, και κατ’ ευχή σε μία κυβέρνηση συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκράτες, θα κάνει αυτή τη στροφή. Δεν είναι βέβαιο ότι θα την κάνει. Αν δεν την κάνει πάντως φοβάμαι ότι η ευρωζώνη δεν θα είναι βιώσιμη μέχρι το 2020, αυτό το «μαγικό έτος» κατά το οποίο κατά το ΔΝΤ όλα τα δημόσια χρέη θα μεταμορφωθούν ξαφνικά σε βιώσιμα.

http://www.kathimerini.com.cy/index.php?pageaction=kat&modid=1&artid=128293&show=Y